22 Ιουλίου 2008

Turquoise (3)




Παρίσι 1929,

Η μυρωδιά του αίματος πλέκεται με τα αρώματα του πάθους. Αρώματα φτιαγμένα να καλύπτουν τις ιδρωμένες, του έρωτα, μυρωδιές των ανθρώπων, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που ο χρόνος κυλά διαφορετικά. Το βαθύ μπορντό-κόκκινο στους τοίχους, αυτή τη νύχτα μοιάζει με καθρέπτη θανάσιμο.

Το κόκκινο, της φωτιάς, χρώμα του αίματος κάνει μεγάλη αντίθεση στο ολομέταξο τιρκουάζ φόρεμα, όταν βαθιά έχει ποτίσει… Ένα κορμί πάλλευκο, βελούδινο και, σχεδόν σαν το φόρεμα, λαμπερό, κι όμως κείτεται άψυχο, νεκρό, μέσα στο αιματοβαμμένο φόρεμα.

Τα μακριά καστανά μαλλιά αντανακλούν το φως του ολόγιομου φεγγαριού, που φωτίζει το δωμάτιο από το ανοιχτό παράθυρο. Ο κρύος αέρας κάνει τις κουρτίνες να κυματίζουν πένθιμα. Η νεαρή γυναίκα, άψυχη, ξαπλωμένη μπρούμυτα στο ξέστρωτο κρεβάτι. Γυρνώντας το σώμα της ανάσκελα η εικόνα συγκλονίζει: Μία μαχαιριά στο στήθος. Δύο, τρεις τέσσερις μαχαιριές, και μία πέμπτη πιο κάτω. Χέρια οργισμένα σκότωσαν αυτό τον άγγελο…

Στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου είναι σκόρπια χάπια. Το μικρό πορτοκαλί δοχείο τους άδειο, πεταμένο μέσα στο μεγάλο μαύρο κουτί γνωστού παρισινού οίκου μόδας. Τα εκρού μυρωδάτα ριζόχαρτα που κάλυπταν το φόρεμα είναι και αυτά ακόμη εκεί… Πάνω στην μικρή belle époque, ξύλινη, τουαλέτα της, ασπρόμαυρες φωτογραφίες κολλημένες στον καθρέφτη. Ένα ολόφρεσκο ρόδο με ένα φάκελο από κάτω. Η πολυτελής κάρτα, γραμμένη με πένα, είναι ακόμη εκεί:

¨Μαριόν σε αγαπώ! Στη νέα ζωή που ανοίγεται μπροστά μας.
Για πάντα δικός σου,
Φρανσουά Κλερ¨

Η καρέκλα της πεταμένη με βία στο πάτωμα…


Στο στενό δρομάκι της "Πόλης του Φωτός" ο ήλιος έρχεται σπάνια… Εδώ συχνάζουν, κρυφά, όσοι αναζητούν μια ζεστή γυναικεία αγκαλιά να τους συντροφεύει τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Στον αριθμό 12 της Petit Rouge de Calais βρίσκεται το φημισμένο διώροφο «Σπίτι της Madame Monique». Διαφέρει από τα κακόφημα μπουρδέλα της γειτονιάς, αφού η κα Marie φροντίζει τους πελάτες με ξεχωριστά φιλόξενο τρόπο, ενώ τα κορίτσια της είναι όλα όμορφα και περιποιημένα, ξέροντας πώς να σαγηνεύσουν, έναντι μεγάλης αμοιβής, κάθε άντρα. Μα καμία δεν καταφέρνει να συγκριθεί με τη Marion, το λευκό άγγελο που, τα τελευταία τρία χρόνια έχει κλέψει τις καρδίες των εκλεκτικών Παριζιάνων, με τη σχεδόν μαγική, αέρινη παρουσία της. Ποιος να ‘ξερε άραγε…


Κανείς δεν άκουσε κάτι! Πέντε μαχαιριές, ένας τόσο βίαιος θάνατος, κι όμως στη πολυσύχναστη γειτονία, κοντά στο Moulin Rouge, κανένας μάρτυρας… Τα κορίτσια του σπιτιού θα μπορούσαν να είναι μιλημένα από τον κ Antoine, τον ιδιαίτερα αυστηρό, νέο ιδιοκτήτη του ιστορικού οίκου ανοχής. Μα κανένας πελάτης δεν άκουσε κραυγές από το τελευταίο δωμάτιο του πάνω ορόφου. Ένας νεαρός άνδρας ήταν ο τελευταίος πελάτης που επισκέφτηκε τη Μαριον. Κανείς δεν είναι σίγουρος για το αν και πότε τον είδε να φεύγει…


Τι, πραγματικά, συνέβη στον αριθμό 12 της Petit Rouge de Calais;


H λύση του μυστηρίου


Η Μαριόν δεν απεχθάνονταν τη ζωή που είχε επιλέξει. Για καιρό απολάμβανε την πολυτελή, αμαρτωλή καθημερινότητα της. Ικανοποιούσε, έτσι, την αυτάρεσκη, ηδονική πλευρά του εαυτού της που, από πολύ μικρή είχε ανακαλύψει και χρησιμοποιήσει. Ώσπου όλα άλλαξαν…

Ο Φρανσουά δεν ήταν σαν τους υπόλοιπους άνδρες της. Οι συναντήσεις τους δεν ήταν απλώς σύντομες συνευρέσεις ανταλλαγής οργασμών. Παριζιάνικα Ραντεβού σε όλη την πόλη. ‘Έτσι έμοιαζαν στα μάτια της νεαρής γυναίκας οι στιγμές που αγόραζε για να τη δει, ο γοητευτικός άνδρας. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Φρανσουά ήξερε πώς να φερθεί σε μία γυναίκα για την κάνει δική του. Γόνος πλουσίων οινοπαραγωγών του Bordeaux, ερχόταν συχνά στην Πόλη του Φωτός για δουλειές. Μα τους τελευταίους έξι μήνες οι επισκέψεις του είχαν διττό χαρακτήρα. Η αύρα της γοητευτικής Μαριόν είχε συνεπάρει τον αριστοκράτη, με τα ντελικάτα κοστούμια και το αγέρωχο περπάτημα, ολοκληρωτικά.

Στα μικρά, εικονικά έστω, ραντεβού τους, η Μαριόν ανακάλυψε πτυχές του εαυτού της που είχε προσεκτικά, αν και ακούσια, κρυμμένες για καιρό. Μπορούσαν να συζητούν μόνο, για ώρα πολλή, κι όμως και οι δύο το απολάμβαναν. Ποίηση και λογοτεχνία, τέχνη και μουσική. Τα κοινά τους ενδιαφέροντα πολλά… Εκείνος της περιέγραφε με πάθος τον τρόπο δημιουργίας του κρασιού, τις εποχές του χρόνου στη φύση, την ελεύθερη, γεμάτη ταξίδια ζωή του. Εκείνη του διάβαζε με λόγια ερωτικά τους μεγάλους κλασικούς. Και όταν τα κορμιά τους έρχονταν σε επαφή, πάθος αληθινό τους ένωνε λυτρωτικά. Ένας έρωτας όχι σαν αγορασμένος μα γεννημένος αληθινά εκεί, στο κόκκινο δωμάτιο της Petit Rouge de Calais

Ώσπου, πήρε τη μεγάλη απόφαση. Της ζήτησε να αφήσει πίσω της την παλιά ζωή της και τα φύγει μαζί του. Μια νέα ζωή θα ήταν δική της. Μαζί του…



Ο Αντουάν ήταν αυστηρός με τα κορίτσια του. Ήξερε πως για να πετύχει η δουλειά του χρειάζεται πειθαρχία και ισορροπία στο «σπίτι». Με όλες ήταν αυστηρός, εκτός από τη Μαριόν. Η σπάνια γοητεία της τον επηρέαζε και αυτόν. Της επέτρεπε να έχει ειδική μεταχείριση, αφού ήταν διαφορετική από της άλλες. Οι πελάτες της πλήρωναν αδρά και γι αυτό καθόριζε εκείνη ποιόν πότε και πως θα δει, καθώς και το επίπεδο της οικειότητας με κάθε έναν. Κατά βάθος όμως ο Αντουάν της τα επέτρεπε όλα αυτά από πόθο. Ήξερε πως ο μόνος τρόπος για κάνει την ψυχή της, σαν το κορμί δικό της ήταν να κερδίσει την συμπάθεια της. Την ήθελε μόνο δική του και σκόπευε να το πετύχει… Μέχρι που ανακάλυψε για την «ιδιαίτερη» σχέση της με τον Φρανσουά. Τα νέα μαθαίνονταν γρήγορα στο σπίτι και ο Αντουάν ένοιωσε να χάνει ότι πάλευε να αποκτήσει.




...Η ανθοδέσμη έφτασε μισή ώρα πριν το Φρανσουά. Ο νεαρός, πιο γοητευτικός από ποτέ και με αποφασισμένο βλέμμα ανέβηκε τις μαρμάρινες σκάλες του παλιού αρχοντικου. Μια ώρα αργότερα η κα Μαρί ενημέρωσε τον Αντουάν, όταν επέστρεψε αυτός από μια συνάντηση, για τα λουλούδια και τον καλοντυμένο βραδινό επισκέπτη. Εκείνος κατάλαβε το σκοπό της επίσκεψης του και χωρίς δισταγμό για το τι πρέπει να κάνει, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες!

Την ίδια στιγμή στο δωμάτιο η Μαριόν εξήγησε στο Φρανσουά την απειλή του μαστροπού της. Έδωσαν ραντεβού στο σταθμό του τρένου σε τριάντα λεπτά. Θα έφευγαν μακριά χωρίς τις αποσκευές του χθες…

Τον κατέβασε από την παλιά σκουριασμένη σκάλα του ακάλυπτου.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι που είχε τη μυρωδιά του. Άγγιξε τα σεντόνια και κατάλαβε πόσο τον αγαπούσε. Τόσο ώστε να μη μπορεί να ρισκάρει τη ζωή του όταν ο Αντουάν ανακάλυπτε την εξαφάνιση της. Έβγαλε από το κουτί του το ολομέταξο Τιρκουάζ φόρεμα που της είχε χαρίσει. Ήθελε να τον νιώθει πάνω της, κοντά της. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη της με το φως της πανσελήνου να τη δείχνει πιο λαμπερή από ποτέ..

Άνοιξε το πορτοκαλί δοχείο και ήπιε όσα χάπια χωρούσαν στη λεπτή της χούφτα.

Ένιωσε τα πόδια της να παραλύουν και τη φωνή της να χάνεται…

Η πόρτα άνοιξε δυνατά! Θόρυβος από καρέκλα που πετιέται στο πάτωμα. Ένα άψυχο κορμί πέφτει στο κρεβάτι. Μια ψυχή πετά μελαγχολικά στον αέρα πάνω από το σταθμό του τρένου.


Ο Αντουάν καθάρισε προσεκτικά το αιματοβαμμένο του μαχαίρι και, αφού το έκρυψε στο πανωφόρι του, κατέβηκε σκυθρωπός τις μαρμάρινες σκάλες ως τη σάλα του σπιτιού.

«Δεν ανέβηκα έγκαιρα» ψέλλισε, και περπάτησε προς το γραφείο του…


written and edited by mr.androu

2 Ιουλίου 2008

Υπόθεση Προσωπική (2)



Λονδίνο, Νοέμβριος ΄54

Στο σκοτεινό σοκάκι, εκείνη τη βροχερή νύχτα, ο αστυνόμος Γκόρντον περπατούσε σκεπτικός. Τα γενονότα που συνέβησαν λίγες ώρες πριν δεν άφηναν περιθώρια για ξεκάθαρες σκέψεις. Κάτι περίεργο απασχολούσε το μυαλό του. Με βαριά βήματα προχωρούσε στους λασπωμένους δρόμους, όταν ο άστεγος που έκλεγε στη γωνία τον έκανε να σηκώσει το βλέμμα του. Ένα παράξενο συναίσθημα ένιωσε να τον κυριεύει και δεν είχε σχέση με τον άνθρωπο απέναντί τού. Με τις αμφιβολίες του να διαλύονται στη στιγμή, ο αστυνόμος Γκόρντον επιβιβάστηκε στο πρώτο ταξί. Ο τόπος του εγκλήματος τη δεύτερη φορά δεν είναι ποτέ ίδιος, ειδικά όταν με την επιστροφή σου εκεί γνωρίζεις τι, πραγματικά, συνέβη...

Λίγες ώρες πριν.
Στη γωνία των οδών Mercurie & Salmon ο νεαρός υπάλληλος κείτονταν νεκρός. Και μια ανθοδέσμη πεταμένη παραδίπλα. Το όπλο μερικά εκατοστά δίπλα από το χέρι του άτυχου άντρα δεν άφηνε, εκ πρώτης όψεως, περιθώρια για αμφισβήτηση. Αυτοκτονία. Ο Γκόρντον όμως ποτέ δεν σταμάτησε στην πρώτη ματιά, άφηνε τα στοιχεία να του μιλήσουν. Το ακριβό κοστούμι φανέρωνε ευκατάστατο τύπο και σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας έκαναν το κίνητρο ακόμη πιο δυσδιάκριτο.
Οι σκέψεις περνούσαν αστραπιαία από το μυαλό του αστυνόμου. Μια αυτοκτονία σε ένα πολυσύχναστο μέρος από έναν νεαρό που ζητούσε περισσότερα απ΄όσα μπορούσε να έχει. Ο Γκόρντον οδηγούνταν σε συμπεράσματα μέχρι που τη ροή της σκέψης του διέκοψε μια κάρτα που εξείχε από την τσέπη του νεκρού.

"john Samhill - Τραπεζίτης
τηλ. 65478"

Ο αστυνόμος μισόκλεισε τα μάτια. Ο νεαρός μπροστά του, δεν ήταν τόσο άγνωστος όσο αρχικά νόμιζε. Το σκάνδαλο φαινόταν τόσο κοντινό. "Ο γιος του Δημάρχου νεκρός" σκέφτηκε. Ενώ το αίμα από το κεφάλι του νεαρού είχε σχεδόν στεγνώσει, ο Γκόρντον προχωρούσε κι άλλο τη σκέψη του. Θυμήθηκε τις προγραμματικές δηλώσεις και το μότο του νεοεκλεγούς Δημάρχου. ¨Η πόλη θα καθαρίσει σύντομα. Τα σκουπίδια και οι άστεγοι δεν έχουν θέση δίπλα μας¨. Όλα έμοιαζαν τόσο μπερδεμένα. Πως ο γιος του Δημάρχου έφτασε το σημείο αυτό. Γιατί σ΄αυτό το μέρος; Γιατί με αυτό τον τρόπο; Πλησιάζοντας το πτώμα, ο αστυνόμος έπιασε μια σκισμένη βρώμικη μπλούζα. Ήξερε, σίγουρα ήξερε, σε ποιον ανήκε και σε ποιο παγκάκι κοιμόταν τα βράδια.
Λίγα μέτρα μακριά ένας φοβισμένος άστεγος κοιτούσε επίμονα. Με οργισμένο απολογητικό ύφος. Το μόνο που του έλειπε ήταν η μπλούζα του. Η τρύπια βρώμικη μπλούζα του...
Ενώ η αστυνομία συλλάμβανε τον άστεγο, ο Γκόρντον ξεκίνησε να φύγει. Το σπαρακτικό κλάμα της κοπέλας στο μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος, τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι. Ο φίλος δίπλα της έμπαινε πάλι μέσα νευριασμένος. Ο αστυνόμος μονολόγισε ¨Νέοι, δεν ξέρουν να φέρονται σε μια γυναίκα, δεν την εκτιμούν. Άλλοι γι΄αυτήν θα...¨ και χαμογέλασε αμήχανα συνεχίζοντας το δρόμο του. Η βροχή άλλωστε μόλις είχε ξεκινήσει...

Τι, πραγματικά, συνέβη στη γωνία των οδών Mercurie & Salmon;


Η λύση του μυστηρίου

Ξυπνώντας εκείνο το πρωϊ, ο νεαρός χρηματιστής J.Samhill είχε ένα περίεργο προαίσθημα. Δεν γνώριζε αν ήταν για καλό ή κακό, ένοιωθε όμως πως κάτι θα συνέβαινε.
Ως γιος του δημάρχου, ήταν σχετικά αναγνωρίσιμο πρόσωπο και παρά τις ακρέες απόψεις του πατέρα του, εκείνος δεν είχε προκαλέσει με τη συμπεριφορά του. Παρόλ΄αυτά και λόγω των πολλών εχθρών που είχε, λόγω θέσης και χαρακτήρα ο πατέρας του, ήταν σχεδόν αναγκασμένος να κουβαλάει μαζί του, νόμιμα, ένα όπλο. Όχι μόνο για δική του προστασία αλλά κυρίως των ανθρώπων που αγαπούσε. Την περίοδο, δε, εκείνη ήταν πολύ ερωτευμένος με την αγαπημένη του. Από την πρώτη στιγμή που την είδε ήξερε μέσα του πως η γυναίκα αυτή θα ήταν ο έρωτας της ζωής του και ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα γι¨αυτήν. ¨Αν σε χάσω θα πεθάνω¨, της είχε πει κάποτε...
Προετοιμασμένος να πάει να τη συναντήσει, εκείνο το απόγευμα, είχε φορέσει ένα από τα καλά του κοστούμια και είχε αγοράσει τις αγαπημένες της γλαδιόλες. Ήταν τόσο χαρούμενος και σκόπευε να της προτείνει ένα ταξίδι, παρόλο που δεν ήξερε τα πάντα γι΄αυτήν και ειδικά για την ύπαρξη του αδερφού της, που πριν λίγη ώρα την είχε επισκεφτεί.
Φτάνοντας κοντά στο σπίτι της και κοιτώντας στο μπαλκόνι της, την είδε να μιλάει με έναν άντρα κρατώντας του το χέρι. Σαν να χάθηκε ο κόσμος μπροστά του και βλέποντας τα όνειρά του να γκρεμίζονται ο νεαρός, ερωτευμένος, Samhill δίχως δεύτερη σκέψη έβγαλε το όπλο για να δώσει τέλος στη ζωή του. ¨Η άγνοια σκοτώνει¨, συνήθιζε να λέει στους πελάτες του... Στον εαυτό του δεν πρόλαβε να το τονίσει. Λίγα μέτρα δίπλα, ο άστεγος που περνούσε τον καιρό του παρατηρώντας τους άλλους, κατάλαβε τι επρόκειτο να συμβεί και προσπάθησε να τον αποτρέψει. Μπορεί να ήταν άγριος στη όψη, αλλά στη καρδιά του η φτώχεια δεν είχε φτάσει. Λόγω της συμπλοκής σκίστηκε και έπεσε η μπλούζα του. Δίπλα της είχε πέσει νεκρός ο νεαρός.
Ο ήχος του πυροβολισμού έκανε την κοπέλα να βουρκώσει. Μια παρεξήγηση με τον αδερφό της δίπλα της και ο αγαπημένος της νεκρός επειδή έβγαλε γρήγορα συμπεράσματα...
Ο αστυνόμος Γκόρντον ακούγοντας το κλάμα του άστεγου εκείνη τη βροχερή νύχτα, θυμήθηκε την πεσμένη ανθοδέσμη και τα δάκρυα της κοπέλας, επιβεβαιώνοντας πως η πιο λογική εξήγηση, είναι συνήθως η σωστή. Και πως οι λεπτομέριες δίνουν στη ζωή νόημα, είτε είναι ευχάριστες είτε σου προκαλούν δάκρυα...

written and edited by detective k

22 Ιουνίου 2008

Το μαγαζάκι με τα ψιλικά (1)




Ξημερώματα 18ης Νοεμβρίου 2007, ώρα 1.40:

Στο κρυφό δρομάκι των Εξαρχείων, τις νεκρές, στα μάτια των βιαστικών περαστικών του πρωινού, νύχτες, λίγα συμβαίνουν. Παγερή η σιωπή που σπάζει, ενίοτε, από τούς βραδινούς θαμώνες του δρόμου. Δυο γάτες ψαχουλεύουν κλεφτά τους παραγεμισμένος, με σκουπίδια, κάδους. Ένας ηλεκτρικός ήχος που ψυχορραγεί ...μια λάμπα στο πλάι του δρόμου τρεμοσβήνει...
Η παρατεταμένη γυναικεία κραυγή, διαπεραστική σειρήνα που, ξάφνου, ανατρέπει τις ισορροπίες των ήχων στην κοιμωμένη, υπό το αχνό φως του καπνισμένου φεγγαριού, βιασμένη γειτονία του Πολυτεχνείου..
Την κραυγή ακολουθεί ένας κρότος εκκωφαντικός! Από πιστόλι είναι σίγουρα.. Και έπειτα άλλοι δύο! Και ένας ακόμη αμέσως μετά.. Τζάμια που σπάζουν με δύναμη! Οι γάτες ουρλιάζουν και κρύβονται βιαστικά... Πανικόβλητα ποδοβολητά αντηχούν από την άλλη άκρη του δρόμου. Κάποιος τρέχει για να χαθεί μέσα στο σκοτάδι βιαστικά.. Τα βήματα απονενοημένα μα γοργά,. η σιλουέτα του μυστηριώδους νυχτόβιου περιπατητή αχνή, χάνεται γρήγορα στο βάθος...
Η πινακίδα στο μαγαζάκι με τα ψιλικά είναι παραδόξως αναμμένη.. Πλησιάζοντας, η ατμόσφαιρα στατική, μαρτυρά πως κάτι τρομακτικό μόλις συνέβη και ο χώρος παλεύει να το δεχτεί.. Η μυρωδιά του μπαρουτιού που ακόμη υπάρχει, και η θέα της διαλυμένης βιτρίνας ταιριάζουν με τους τρομακτικούς ήχους που προηγήθηκαν. τα φώτα μοιάζουν ξεχασμένα ανοιχτά.
Το νεκρό κορμί του νεαρού άνδρα δίπλα στην είσοδο ανάμεσα στα πεταμένα αντικείμενα, που φαίνεται να σκόρπισε στο πάτωμα του μαγαζιού το κορμί του, καθώς έπεφτε, έχει το ματωμένο σημάδι που άφησε η σφαίρα στο στήθος του. Η όψη του ασυνήθιστη. Με ρούχα βρώμικα και αταίριαστα μεταξύ τους. Ένα φαρδύ πλαστικό μπουφάν που δεν είναι αγορασμένο για το δικό του λιπόσαρκο σώμα και μοιάζει φορεμένο πολύ, σχεδόν λιωμένο... Με μια δεύτερη ματιά παρατηρεί κανείς πως ο αξύριστος και βρώμικος νεαρός κρατά στο δεξί του χέρι ένα ζεστό, ακόμη, πιστόλι. Δίπλα στο αριστερό του χέρι είναι πεταμένη μια ανοιχτή ματωμένη πεταλούδα, το μαχαίρι των παρανόμων... Σηκώνοντας τα μανίκια του πτώματος είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πως πρόκειται για τοξικομανή, αφού η σφαίρα δεν ήταν το μόνο πράγμα που τρύπησε το σώμα του πρόσφατα...
Λίγα βήματα παραπέρα, κοντά στο ταμείο του μαγαζιού μια δεύτερη νεκρή φιγούρα στο πάτωμα.
Το γερασμένο σώμα της νεκρής ηλικιωμένης δε νικήθηκε από το χρόνο, μα από τις δύο σφαίρες που δέχτηκε, στην κοιλιά και το θώρακα. Τα μαύρα της ρούχα, μουλιασμένα από το αίμα των πληγών της, λες και θρηνούν και για το δικό της θάνατο πλέον.
Το ταμείο του μαγαζιού είναι ανοιχτό. Χρήματα, όμως, δε φαίνεται αν έχουν κλαπεί αφού υπάρχουν ακόμη πολλά κέρματα και μερικά χαρτονομίσματα μικρής αξίας. Τα τζάμια του μαγαζιού μοιάζουν σπασμένα από μια καρέκλα. Όμως φαίνεται πως σφαίρα τα διαπέρασε, πρώτα, και αυτά... Οι γάτες δειλά δειλά ξεπροβάλλουν πίσω από το παλιό, ξεβαμμένο, αυτοκίνητο που είχαν κρυφτεί. Ακούγεται η σειρήνα ενός περιπολικού που φτάνει από μακριά.
Στην οδό Πατησίων η κίνηση είναι ελάχιστη. Η μυρωδιά από τις μολότοφ και τα δακρυγόνα δεν έχει ξεθυμάνει εντελώς...


Τι, πραγματικά, συνέβη στο μαγαζί με τα ψιλικά;


Hint 1

Η κυρία Δέσποινα έχασε τον άντρα της σχετικά πρόσφατα. Οι επισκέπτες στο μικρό μαγαζάκι με τα ψιλικά, που διατηρούσε μόνη της στο μικρό, κρυφό, στενάκι πίσω από την Πατησίων, ήταν πλέον οι μόνοι που έκαναν τις μέρες της να φαίνονται διαφορετικές η μία από την άλλη… Πολλές νύχτες κάθονταν μέχρι αργά στο μαγαζί, αφού η τηλεόραση στο σπίτι είχε προ πολλού παραδώσει και αυτή το πνεύμα της, και οι τοίχοι δεν την χωρούσαν. Αντίθετα στο μαγαζάκι έβρισκε την ησυχία που αναζητούσε και παρέα με τα νιαουρίσματα των αδέσποτων γατών, θρηνούσε τον άντρα της με το δικό της, σιωπηλό τρόπο.
Τον τελευταίο καιρό όμως τύχαινε της επίσκεψης ενός νεαρού άνδρα που ήταν γνωστός στη γειτονιά, αφού η χρήση τον είχε μετατρέψει σε μια κινούμενη σκιά. Απόμακρος αν και ήταν, δεν φόβιζε την ηλικιωμένη χήρα. Η ζωή, της είχε μάθει να μην κρίνει από την εικόνα και να μη φοβάται εύκολα. Δεν είχε κάτι να περιμένει, ούτε κάτι να χάσει πια.
Αντίθετα ένιωθε όμορφα που έδινε σημασία στο «χαμένο νεαρό». Λίγα χρήματα απ το υστέρημα της και λίγο φαγητό ήταν αρκετά για να της χαρίσουν σε αντάλλαγμα ένα αχνό χαμόγελο και ένα ευχαριστώ. Χαιρόταν που έβλεπε πως μπορούσε να βοηθήσει κάποιον στην ηλικία του γιού της, αφού αυτόν τον είχε χάσει χρόνια πριν σε μια επέτειο του Πολυτεχνείου. Σαν εκείνη τη νύχτα… Που να ‘ξερε τι επρόκειτο να συμβεί λίγες ώρες αργότερα…

Hint 2

Δακρυγόνα! Μες του καπνού το γκρίζο ντουμάνι κορμιά παλεύουν στους δρόμους της αταξίας… ένας μεσήλικας με μαύρο δερμάτινο μπουφάν ξυλοκοπείται σε μια γωνιά από τρεις λαδί αρματωμένους ένστολους. Προσπαθεί να ξεφύγει απεγνωσμένα. Μόνος. Αβοήθητος. Ένας αστυνομικός έρχεται να τον «σώσει». Ο Ορέστης αρπάζει ξάφνου το πιστόλι του ηλικιωμένου μπάτσου! Η τρεμάμενη κάνη του όπλου σημαδεύει τους αιφνιδιασμένους καταστολείς απειλητικά. Πανικόβλητος ο, λουσμένος στο αίμα του, άνδρας αρχίζει να τρέχει στην αντίθετη κατεύθυνση. Ποδοβολητά! Το ένστικτο της επιβίωσης δίνει στα πόδια του μια δύναμη απρόσμενη…

Και μετά ησυχία. Μες τα στενά των Εξαρχείων ο Ορέστης είχε μάθει να κρύβεται έπειτα από κάθε συμπλοκή όλα αυτά τα χρόνια. Πατημένα σαράντα κι όμως ακόμα πολεμάει για αόριστα ιδανικά και δίχως στόχο ή σκοπό. Και να που τώρα έχει βρεθεί με ένα κλεμμένο πιστόλι αστυνομικού στο χέρι. Πρέπει να το ξεφορτωθεί αμέσως! Αλλά αν τον έχουν ακολουθήσει; Δεν θα επέστρεφε ξανά στα χέρια των άνανδρων που τον «σάπισαν». Το πιστόλι στην μέση χωμένο στη ζώνη του φθαρμένου, ματωμένου τζιν. Που να κρυφτεί και που να πάει; …Στα στενά σοκάκια των Εξαρχείων σουρουπώνει. Καπνός στην ατμόσφαιρα. Και ήχοι από σειρήνες που ακούγονται ακόμη δυνατά …



Η λύση του μυστηρίου

Άσχημο πράγμα η εξάρτηση. Ύπουλο και άτιμο. Ο Στέλιος το ήξερε αυτό καλά… Κι ζωή, όμως, δεν του είχε φερθεί μεγαλόψυχα. Τον εαυτό του είχε μάθει από μικρός να μισεί. Το ορφανοτροφείο χάραξε στις πιο κρίσιμες αναμνήσεις του στιγμές μελανές. Και όταν οι σκοτεινοί δρόμοι είναι το σπίτι σου, και η φτώχια φαντάζει έκφραση πολυτελής, η ηρωίνη μοιάζει φίλος, σύμμαχος σκοτεινός. Μα όταν τα χρέη είναι πολλά, η εξάρτηση ανίκητη και η ζωή σου κινδυνεύει, δεν σκέφτεσαι λογικά, ούτε έντιμα. Γιατί την αγαπούσε την κυρία Δέσποινα. Η τουλάχιστον ένιωθε κάτι που η αδέσποτη ψυχή του ονόμαζε αγάπη. Κι όμως εκείνο το βράδυ η ανάγκη τον νίκησε… Η εξάρτηση τον κυρίευσε και το μαχαίρι βγήκε από την κουρελιασμένη τσέπη. Θα λήστευε το μόνο άνθρωπο που δεν αποτραβούσε το βλέμμα στην όψη του και σαν σκουπίδι δεν τον αντιμετώπιζε…

Η στριγκλιά της γριάς διαπεραστική! Ξάφνου, μια σκιά έγινε μανιασμένο σώμα που όρμησε με μιας στον βρώμικο ληστή. Πάλη! Το πιστόλι του Ορέστη ανάμεσα σε τέσσερα χέρια. Κρότος! Τα τζάμια του μαγαζιού μια σφαίρα έχει διαπεράσει. Πάλη ξανά! Μία σφαίρα στην κοιλιά της ηλικιωμένης γυναίκας και μία στο θώρακα. Στιγμή σιγής από τους μελανιασμένους άνδρες. Το πιστόλι στο πάτωμα. Οι ανάσες αγκομαχητά. Ο Ορέστης το σηκώνει πρώτος. Η τελευταία σφαίρα βιδώνεται βαθιά στο στήθος του Στέλιου καθώς το νεκρό του σώμα σωριάζεται στα μισοάδεια ράφια του μαγαζιού. Δυο πτώματα και ένας φυγάς με το κλεμμένο όπλο. Χρόνος για σκέψη και περισυλλογή δεν υπάρχει… «Δεν έφταιγες. Ήθελες να κάνεις το καλό.» σκέφτηκε. Μα οι γάτες ήταν οι μόνοι μάρτυρες του. Και αυτές κρυμμένες…

Με την καρέκλα σπάζει τα τζάμια του μαγαζιού. Θέλει να το κάνει να φανεί σαν ληστεία μετά φόνου και αυτοκτονία. Περίεργο πόσο βρώμικα τεχνάσματα σκαρφίζεται στη στιγμή το μυαλό κάποιου, που η τύχη διάλεξε να λερώσει τα χέρια του, με ξένο αίμα… το πιστόλι στο χέρι του νεκρού. Μια βαθιά ανάσα. Πόνος στο κορμί και την ψυχή του ακούσιου δολοφόνου. «Θεέ μου γιατί με άφησες να κρατήσω το πιστόλι;». Μια τελευταία ματιά στη μαυροφορεμένη γυναίκα. «Συγγνώμη!» συλλογίζεται. Και χάνεται τρέχοντας στο σκοτάδι. Οι σειρήνες ακούγονται από μακριά καθώς πλησιάζουν…


written and edited by mr.androu